Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡ.ΖΗΖΙΟΥΛΑ: «Θεολογία»: Όχι «σε λογικές αντιφάσεις»

ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ
(επανάληψη)

Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα , όπως αυτές εκτίθενται εις το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του: «Η κτίση ως ευχαριστία, θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», Αθήνα 1992.

Έναντι του θεοκεντρικού χαρακτήρος της «παραδοσιακής» ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, ήτις θεολογεί με αφετηρία και βάση την εν Ιησού Χριστώ θεία αποκάλυψη, όπως αυτή βιώνεται και διδάσκεται υπό της Ορθόδοξου Εκκλησίας, παρουσιάζει η εις το ως άνω βιβλίο του θεολογία του κ. Ζηζιούλα (εφεξής : κ. Ζ.) εμφανή την απόκλιση προς ένα ανθρωποκεντρισμό.

Ενταύθα πρόκειται ουχί περί επί μέρους επιδράσεων εκ της δυτικής θεολογίας, τις οποίες συναποκομίζει πας ορθόδοξος θεολόγος, θητεύσας εις τας θεολογικάς σχολάς της Δύσεως, αλλά περί ενός νέου τρόπου του θεολογείν στο χώρο της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, με ισχυρά τη ροπή προς την φυσική, τ.έ. την φιλοσοφική, θεολογία, όστις, εκρίθη σκόπιμο να καταστεί γνωστός ευρύτερο, προς θεολογική συζήτησιν, αντιπαράθεση και αξιολόγηση, και ένταξη εκεί, ένθα ανήκει, δεδομένου ότι απηχεί απόψεις ενός ουχί τυχαίου Έλληνος ορθοδόξου θεολόγου και επισκόπου.

Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν εις το ως άνω βιβλίο του κ. Ζ., για δε τις υπογραμμίσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθεί η δέουσα τάξη, παρακαλώ τον αναγνώστη, όπως ανατρέχει στο κείμενο προς επαλήθευση. Οι τίτλοι των περιεχομένων της δικής μου εργασίας έχουν ως ακολούθως:


5o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

«Θεολογία»: Όχι «σε λογικές αντιφάσεις»

Α'

Σπανίως Έλλην ορθόδοξος θεολόγος ήλεγξε την θεολογίαν με τόσην αυστηρότητα δια την χρήσιν της λογικής εις το έργον της και την υπ' αυτής υιοθέτησιν ορθολογικών μεθόδων. Επαναλαμβάνω φράσεις τινάς του κ. Ζ.: «Η Εκκλησία μας... έγινε άμβωνας». «Καταφεύγουμε σε ορθολογικά και ηθικά κηρύγματα, για να πείσουμε τον κόσμο και αποτυγχάνουμε»(33). «Σ' αυτή την ανθρωποκεντρική και λογικοκρατούμενη αντίληψη του κόσμου,... η χριστιανική θεολογία συνέβαλεν αποφασιστικά»(56), υποστηρίξασα «τον ανθρωποκεντρικό και λογικοκρατούμενο πολιτισμό, που κληρονόμησαν η εποχή μας» (57 και 42, 43, 45, 46, 47, κ.ά.).

Η κατά της «ανθρωπινής» λογικής πολεμική του κ. Ζ. εξικνείται μέχρι του σημείου της απορρίψεως ταύτης εκ του «κατ' εικόνα» του ανθρώπου: «Στο Σχολαστικισμό» ανήκει «η ιδέα ότι το ‘'κατ' εικόνα Θεού'' αφορά στο λογικό του ανθρώπου»(55)!
Ίσως φανεί παράδοξον, αλλ' όμως συμβαίνει: Νομίζω, ότι ουδείς άλλος Έλλην ορθόδοξος θεολόγος παραχωρεί - συνειδητώς και εν επιγνώσει του- τόσην μεγάλην αυθεντίαν εις την λογικήν κατά την άσκησιν του έργου της θεολογίας, όσην ο κ. Ζ. Την λογικήν καθιστά ο κ. Ζ. περιεχόμενον και κριτήριον του θεολογείν του. Όπως ήδη ελέχθη, η θεολογία του κ. Ζ. απομακρύνεται εκ του έργου και της αποστολής της «παραδοσιακής» θεολογίας: δεν επιθυμεί να είναι λειτουργία εντός της Εκκλησίας, χάριν των πιστών και των θεολόγων αυτής, αλλά φιλοδοξεί να είναι μία «σύγχρονη θεολογία», που να «μπορεί να προσφέρει κάτι» «στο σύγχρονο άνθρωπο», με συγχρόνους θεολόγους και «Ιερείς»: «Χρειαζόμαστε ένα νέο πολιτισμό... με τον Άνθρωπο ως Ιερέα» (54. 88. 44)!

Η «παραδοσιακή» θεολογία δεν συγκινεί αυτόν πλέον; θεωρεί το οίκημα της πίστεως, το οποίον οικοδόμησαν επί 2.000 χρόνια τώρα οι θεολογικοί μας πρόγονοι, ως ετοιμόρροπον και ανάξιον υποστηρίξεως. Διό και εκτρέπει την θεολογίαν του εκ της αποστολής, την οποίαν είχεν η «παραδοσιακή» θεολογία, της οποίας το κύριον έργον συνίστατο εις την ενασχόλησιν με τας αληθείας της εν Ιησού Χριστώ θείας αποκαλύψεως, όπως αύται βιούνται και διδάσκονται υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προς υποβοήθησιν του σωτηριώδους έργου Αυτής προς τον θρησκεύοντα λαόν της, προς δύο θεμελιώδεις αποκλίσεις:

1. Εντάσσει εις το περιεχόμενον της θεολογίας περιεχόμενα και γνώσεις ουχί μόνον εκ των άλλων, θύραθεν, επιστημών, αλλά και εξ όλων των περιοχών του ανθρωπίνου πνεύματος. Ούτος χρησιμοποιεί δηλ. τας θύραθεν επιστήμας ουχί υποβοηθητικώς διά το έργον της θεολογίας, αλλά καθιστά το γνωστικόν περιεχόμενον αυτών περιεχόμενον και της θεολογίας. Αναφέρει δε σχετικώς: «Η επιστήμη της φυσικής, όπως και της βιολογίας, ασκεί πίεση στη σύγχρονη θεολογία ζητώντας αναθεώρηση της παραδοσιακής μας θεολογίας», με κύριον αίτημα: «μία δημιουργική χρήση από τη θεολογία όλων αυτών των νέων εξελίξεων της βιολογίας και της φυσικής σε συνδυασμό με όσα η χριστιανική παράδοση μπορεί(!) να προσφέρει για τον ίδιο σκοπό». Και ο κ. Ζ. αποφαίνεται: «Πιστεύω ότι αυτή η πίεση μπορεί να είναι αποφασιστικά ωφέλιμη για την Εκκλησία»(58).

Εις διηυρυμένην πως διατύπωσιν έχει ο ανωτέρω συλλογισμός του ως ακολούθως: «Η θεολογία θα πρέπει να προσπαθήσει να προσαρμόσει το παρελθόν εις το παρόν, δια δημιουργικού συνδυασμού (combining) τούτου με ο,τιδήποτε το καλόν (best) εκ της επιστήμης, τέχνης, φιλοσοφίας, αλλά και εκ των λοιπών περιοχών του νοείν» (εκ: Christianity and Ecology υπό Ε. Breuilly και Μ. Palmer, 1992, 53- η μετάφρασις υπ' εμού). Υπό την έννοιαν ταύτην παύει η θεολογία να φέρει τον χαρακτήρα επιστήμης, αφού δεν ασχολείται πλέον με συγχεκριμένον και περιωρισμένον πεδίον ερεύνης, τουθ' όπερ αποτελεί το γνώρισμα πάσης επιστήμης, και μεταβάλλεται εις εν εκλεκτικόν σύστημα συλλογής και συνδυασμού παντοειδών γνώσεων, ή με άλλα λόγια: εις «κάλαθον των απορριμμάτων» του ανθρωπίνου πνεύματος. Διότι, τι εστίν «αγαθόν» και «καλόν» εξ επόψεως της χριστιανικής Ηθικής; Δεν προσδιορίζει τούτο η θεολογία πάντοτε εν σχέσει προς την εν Ιησού Χριστώ θείον αποκάλυψιν;

2. Την έτεραν απόκλισιν εκ της «παραδοσιακής» θεολογίας συνιστά το όργανον και το κριτήριον τον θεολογείν, το οποίον δια τον κ. Ζ. είναι η λογική, ειδικώτερον δε η επιστημονική λογική. Ο κ. Ζ. αποφεύγει επιμελώς να εργάζεται με θεολογικάς εννοίας και κατηγορίας, όπως θεία αποκάλυψις, Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοσις, αποφάσεις των Οικουμενικών συνόδων, αυθεντία της Εκκλησίας, πίστις κλπ. Τοιούτοι έννοιαι ουδένα, σχεδόν, ρόλον παίζουν εις τον θεολογικόν του στοχασμόν. Τουναντίον απαιτεί, «μιλώντας θεολογικά», να διατυπώναμε τας απόψεις μας «με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσκρούσωμε σε λογικές αντιφάσεις και σε βασικά επιστημονικά δεδομένα» (88). Όλην δε την πορείαν των θεολογικών του σκέψεων και απόψεων διατρέχουν «λογική συνέπεια» και επιχειρηματολογία. Συχνάκις απαντώνται φράσεις, όπως: «είναι θέμα λογικής συνέπειας για τους Χριστιανούς να...»(89), «θα ήταν πιο λογικό»(108), «αυτό θα ήταν παράλογο»(104), «θα ήταν αντιφατικό»(89) κλπ. Ακόμη δε και τον Θεόν εγκαλεί να ενεργεί συμφώνως προς την «ζηζιούλειον» λογικήν, λέγων; «θα ήταν παράλογο εκ μέρους του Δημιουργού...»(118) κλπ.

Και, φυσικώς, είναι αυτονόητος η υπό του κ. Ζ. υιοθέτησις της επιστημονικής λογικής, αφού ούτος θεωρεί, ως κύριον έργον και σκοπόν του θεολογείν, τον διάλογον με τας αλλάς επιστήμας, και ειδικώτερον με την επιστήμην της Φυσικής. Ως ακολούθως δε προβάλλει το φιλόδοξον θεολογικόν του πρόγραμμα:

Η παραδοσιακή «θεολογία» «μιλάει τη δική της γλώσσα, στους δικούς της ανθρώπους, και έτσι διαμορφώνει ένα εσωτερικό δικό της γκέτο. Αλλά εδώ αρχίσαμε με την προϋπόθεση ότι η θεολογία μπορεί να προσφέρει κάτι στον άνθρωπο στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει μια κρίση, πού δημιούργησε ο πολιτισμός, περιλαμβανομένης της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Θέλουμε να παραμείνουμε πιστοί σ' αύτη την αφετηρία,...». Με αφετηρίαν, λοιπόν, «την προϋπόθεση ότι η θεολογία μπορεί», επιδιώκει ο κ. Ζ. «μια έντιμη συνεπή συνομιλία με την επιστημονική ή φιλοσοφική σκέψη»(89) και προτρέπει «τη θεολογία... να αρχίσει οικοδομητική συζήτηση με τους φυσικούς επιστήμονες» (89 ).

Παρέχει δε ο ίδιος εν υπόδειγμα δια το «πως» της «συζητήσεως» ταύτης «με τους φυσικούς επιστήμονες». Αναφέρει: «στην εποχή μας η επιστήμη της φυσικής δεν το βρίσκει αδιανόητο», ή «οι φυσικοί επιστήμονες σήμερα φαίνεται ...να επιδοκιμάζουν τη θεωρία(!)... ότι το σύμπαν προήλθεν εκ του μηδενός»(89. 94). Ιδού, λοιπόν, εν «κοινόν» σημείον «διαλόγου» μεταξύ Θεολογίας και Φυσικής! Το είδος, όμως, τούτο του «διαλόγου» στερείται πάσης επιστημονικής σοβαρότητος. Και δη διότι: Η επιστήμη της Φυσικής ουδέποτε δύναται να εγκαταλείψει το αξίωμα, όπως διατυπούται κατά μοναδικόν τρόπον υπό του Αριστοτέλους (Φυσικά 187Α): «το εκ μη όντων γίγνεσθαι αδύνατον (περί γαρ ταύτης ομογνωμούσι της δόξης άπαντες οι περί φύσεως)», ήτοι: ουδέποτε δύναται να εκφέρει επιστημονικήν απόψιν περί του τί συνέβη προ του Big Bang δηλ, της εκραγείσης κοσμικής πρωτομάζης. Το δόγμα της «εξ ουκ όντων» δημιουργίας του κόσμου είναι δόγμα της χριστιανικής πίστεως και ουδέποτε δύναται να αποδεχθεί τούτο η Φυσική, εάν δεν θέλει να εγκαταλείψει τον χώρον της γνώσεως και της επιστήμης και να μεταπηδήσει εις τον χώρον της πίστεως και της θεολογίας. Διότι η θεολογία είναι μεν «επιστήμη», αλλά επιστήμη της πίστεως, αφού «εργάζεται» με θαύματα και πίστιν. Υπάρχει θεολογία χωρίς την πίστιν εις το θαύμα της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού, ή το καθ' εκάστην συμβαίνον : δηλ. της μεταβολής των «στοιχείων» του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα Χριστού; Ουχί μόνον δια τον πιστεύοντα, αλλά και δια τον θεολογούντα ισχύει το αγιογραφικόν: «Εξ Αυτού και δι' Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα», και: «εκ πίστεως εις πίστιν» (Ρωμ. 11, 36. 1, 17).

Ουδείς «διάλογος», λοιπόν, της θεολογίας με την επιστήμην της Φυσικής, αλλά και μετά τας λοιπός, κυρίως θετικός, επιστήμας είναι δυνατός. Εάν υπάρχουν φυσικοί τίνες επιστήμονες -και υπάρχουν-, οι οποίοι ευρίσκουν το δόγμα της «εξ ουκ όντων» κτίσεως του κόσμου ως εύλογον, η εκδοχή των αυτή αποτελεί έκφρασιν των προσωπικών των «πιστεύω», -οι πλείστοι εκ τούτων είναι και χριστιανοί-, και ουχί επιστημονικόν απόφθεγμα. Η μόνη «συμβολή» της «συγχρόνου» επιστήμης, και ιδίως της Φυσικής, εις το έργον της Χριστιανικής πίστεως και της θεολογίας της συνίσταται εις το γεγονός, ότι ήλθεν αυτή «εις εαυτήν», ήτοι εις συναίσθησιν των εαυτής επιστημονικών ορίων, και δεν είναι πλέον αρνητική και απορριπτική έναντι των αληθειών της χριστιανικής πίστεως, όπως συνέβαινε παλαιότερον, ότε εκάλυπτε με τον «επιστημονικόν» μανδύαν την ιδεολογικήν αθεΐαν, αλλά αφήνει το θέμα «υπερβατική πραγματικότης» ανοικτόν, μη δυναμένη να αποφανθεί, π.χ. ότι συμβαίνουν όντως θαύματα, αλλά ούτι και ότι δεν συμβαίνουν. Η νέα αύτη θέσις της επιστήμης έναντι της θρησκείας συνιστά όντως πρόοδον εις τας σχέσεις θεολογίας και επιστήμης και ενθαρρύνει προς «διάλογον» εν τη έννοια, ότι εκάστη των περιοχών τούτων έχει επίγνωσιν των ορίων της. Η αλήθεια του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού ούτε ανάγκην έχει της θύραθεν, κοσμικής, επιστήμης, ούτε και φοβείται αυτήν. Την επιστήμην φοβείται μόνον η δεισιδαιμονία, τύπου μαγείας, θεοσοφίας, αστρολογίας κλπ., ήτις προσκρούει εις θεμελιώδεις αρχάς της λογικής και εις εγνωσμένα και αποδεδειγμένα επιστημονικά δεδομένα.

Β'

Ο κ. Ζ. απορρίπτει την υπό της «παραδοσιακής» θεολογίας χρήσιν ιδίας λογικής και ίδιας, «εσωτερικής», γλώσσης. Και, όμως, εις την δικήν του θεολογίαν ακολουθεί ούτος τον αυτόν δρόμον, προβάλλων, συν τη κοινή, επιστημονική, λογική, και μίαν δεύτερον, «εσωτερικήν», την «θεολογικήν» λογικήν. Ερωτώ δε, πώς είναι δυνατόν να κάμομεν «διάλογον» με την «επιστήμην της φυσικής» με δύο λογικάς, αφού αύτη αναγνωρίζει μίαν και μόνην: την κοινήν λογικήν. Την «θεολογικήν» τούτην λογικήν διατυπώνει ο κ. Ζ. ως ακολούθως: «Επιθυμούμε να παρουσιάσουμε τη χριστιανική θεολογία με ΤΕΤΟΙΟ τρόπο, ώστε να είμαστε πιστοί στις λογικές συνέπειες των προϋποθέσεών της, και όχι να τις αναιρέσουμε»(88). Εν σ. 95: «...δεν μπορούμε να προτείνουμε λύσεις στο πρόβλημα της σωτηρίας της δημιουργίας, που είναι λογικά αντιφατικές προς το δόγμα της εκ του μηδενός δημιουργίας και όλα όσα αυτό συνεπάγεται». Εν σ. 110 περί «του θαύματος του "από μηχανής Θεού"... Αυτό θα κατέληγε σε θέσεις, που δεν θα είχαν καμιά λογική σχέση με τα υπόλοιπα δόγματα της πίστεως μας».

Όπως καθίσταται αντιληπτόν, ο κ. Ζ. απαιτεί «λογική σχέση» και αλληλουχία των «δογμάτων της πίστεως μας» προς άλληλα, ήτοι, ως ελέχθη, μία «εσωτερική», θεολογική λογική, η οποία ουδεμίαν σχέσιν δύναται να έχει προς την κοινήν, επιστημονικήν, λογικήν, αφού πρόκειται περί «λογικής σχέσεως... των δογμάτων της πίστεως». Δεν δύναμαι να γνωρίζω, αν ο κ. Ζ παρέλαβε την αρχήν ταύτην της «λογικής συνεπείας» και «σχέσεως» των δογμάτων προς άλληλα εν επιγνώσει του ή ουχί, παραμένει, όμως, βέβαιον, ότι η αρχή αυτή έχει την θεολογικήν πατρότητά της εις τον μεγάλον θεολόγον του Προτεσταντισμού Κ. Barth. Εκείνος την εφήρμοσε με συνέπειαν, και μάλιστα δια μίαν επώδυνον συγκυρίαν: δια να «αποδείξει», ότι η θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας διέπεται υπό λογικής ασυνεπείας και αντιφάσεως, όσον άφορα εις την «λογικήν σχέσιν των δογμάτων της πίστεως» προς άλληλα, εις την θεμελιώδη διαμάχην Ανατολής και Δύσεως περί το Filioque, ήτοι την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος.

2. Ο θεολογικός συλλογισμός του Κ. Barth, όσον αφορά εις την περί τοFilioque διαμάχην, έχει ως ακολούθως, και λέγω, εκ προοιμίου, ότι είναι ορθός, εάν κριθεί εξ επόψεως «της λογικής συνεπείας» και «λογικής σχέσεως» των δογμάτων προς άλληλα!

Η ορθόδοξος θεολογία, αναφέρει ο Barth, διδάσκει, ότι το Άγιον Πνεύμα πέμπεται εν χρόνω προς τον κόσμον εκ του Πατρός και εκ τον Υιού, ενώ περί της αϊδίου εκπορεύσεως Αυτού διατείνεται αυτή, ότι λαμβάνει χωράν μόνον εκ του Πατρός ουχί δε «και εκ του Υιού». Εδώ ανακύπτει μία «λογική αντίφασις» και «ανακολουθία» μεταξύ δύο θεολογικών δογμάτων: του περί της αϊδίου εκπορεύσεως και του περί της εν χρόνω πέμψεως του Αγίου Πνεύματος, -διαπίστωσις όντως ορθή! Αντίθετος, την δυτικήν περί Filioque θεωρίαν διακρίνει «λογική συνέπεια» και «λογική σχέση» μεταξύ των δύο τούτων «δογμάτων της πίστεως». Όπως εκπορεύεται το Άγιον Πνεύμα αϊδίως εκ του Πατρός και εκ του Υιού (Filioque), ούτω συμβαίνει και εν χρόνω, ήτοι πέμπεται εκ Πατρός και εκ του Υιού. Ιδού, λοιπόν, η «λογική συνέπεια» και «σχέση» των δύο δογμάτων! Κατ' αυτόν τον τρόπον ο Κ. Βarth έφερεν εις «αδιέξοδον» τόσον τον Θεόν, όσον και την ορθόδοξον θεολογίαν! Εάν ο Θεός αλλά μεν πράττει αϊδίως, και αλλά εν χρόνω, τότε «φωράται» ασυνεπής και παράλογος! Αλλά, επειδή ο Θεός δεν ημπορεί να είναι ασυνεπής προς την «λογικήν» του Κ. Βarth, τότε θα πρέπει να είναι «λογικά αντιφατική προς τα δόγματα» η ορθόδοξος θεολογία. Άρα η δυτική θεολογία, διδάσκουσα «τα δόγματα της πίστεως» με «λογικήν συνέπειαν», ευρίσκεται εν δικαίω, αποδεχόμενη το Filioque! Τοσαύτα «σοφά» έφη Κ. Βarth, όστις, θέλων να αναπτύξει γνησίαν και ανόθευτον θεολογίαν, απέρριψε πάσαν την φιλοσοφίαν, αυτονοήτως δε και την ελληνικήν.

Μέχρις ότου, όχι οι Έλληνες θεολόγοι, άλλα οι ίδιοι οι προτεστάνται θεολόγοι απέδειξαν, ότι η περίφημος αρχή περί «λογικής συνεπείας» και «λογικής σχέσεως» των δογμάτων, ουδέν έτερον είναι ει μη η πλατωνική αρχή της αναλογίας, καθ' ην η εικών, το εν χρόνω, απεικονίζει πιστώς τω αρχέτυπον, το αϊώνιον, ή εις την θεολογικήν γλώσσαν: η «οικονομική» Τριάς θα πρέπει να έχει απόλυτον αντιστοιχίαν προς την «αΐδιον» Τριάδα. Δια της αρχής ταύτης ο Κ. Barth, «συνελάμβανεν» ακόμη και τον Θεόν ως «αντιφάσκοντα», όπου διεπίστωνεν «αποκλίσεις» της «οικονομικής» εκ της «αϊδίου» Τριάδος! Ελέχθη δε σκωπτικώς, ότι ο Barth συγκατοικεί μετά της Αγίας Τριάδος, παρακολουθών ταύτην, μη τυχόν και υποπέσει εις «λογικάς αντιφάσεις», διό δε και εθεωρήθη ως «ο Πάπας» του Προτεσταντισμού (ταύτα πάντα έχω εκθέσει εις τρεις εργασίας μου, εις γερμανικήν, Die Lehre vom Heiligen Geist..., και εις ελληνικήν: Η περί του εν Τριάδι Θεού... διδασκαλία και : Δογματικαί τίνες παρατηρήσεις επί του συμβόλου της Πίστεως). Η μοιραία πορεία της θεολογίας του Κ. Βarth υπήρξεν η υιοθέτησις της φιλοσοφικής αρχής της «αναλογίας», της «λογικής συνεπείας των δογμάτων της πίστεως», δια της οποίας, ενώ ενόμιζεν ότι κάμνει ακραιφνή θεολογίαν, είχε κατρακυλίσει εις τον χώρον της λογικής και της φιλοσοφίας. Ο δε κ. Ζηζιούλας, υιοθετήσας την αυτήν αρχήν περί «λογικής συνεπείας» των δογμάτων ηκολούθησε την πορείαν του Κ.Barth.

Όπως ο Κ. Barth, έτσι και ο κ. Ζ. θεολογεί «ως εξουσίαν έχων» κατ' αποδεικνύων, ότι αι ενέργειαι του Θεού εναρμονίζονται προς την «ζηζιούλειον» λογικήν»

Αναφέρω σχετικούς συλλογισμούς του:

Ο κ. Ζ. γνωρίζει επακριβώς τα «κίνητρα» των ενεργειών τον Θεού: «... ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από αγάπη -γιατί ποιο άλλο κίνητρο θα μπορούσαμε να προσδώσουμε στο Θεό,...;»(95)! -Δεν υπάρχουν, λοιπόν, και άλλα «κίνητρα» εις τον Θεόν: π.χ. δικαιοσύνης, σοφίας, ή το ανεξιχνίαστον των θείων βουλών, το οποίον απαγορεύει εις τους ηλιθίους θεολόγους να αποφαίνονται ex cathedra περί των αϊδίων σχεδίων τον Θεού; Και συνεχίζει: «Έχουμε ήδη πει ότι θα ήταν αντιφατικό να υποθέσουμε ότι ο Θεός προίκισε τον κόσμο,..»(89) κλπ., ήτοι ότι ενήργησε χωρίς την αρχήν «της λογικής συνεπείας»! Εν σ. 87: «Ήταν ο Θεός τόσο σκληρός, ώστε να φέρει στο είναι όντα άλλα εκτός του Εαυτού Του, χωρίς να πάρει μέτρα τέτοια, ώστε να διασφαλισθεί η σωτηρία τους»(87); -Όχι, βεβαίως: η «λογική» το αποκλείει! Εάν συνέβαινε το αντίθετον, ο Θεός θα ήτο «άδικος»! Όμως, ο Θεός δεν είναι εκείνος, Όστις καταρτίζει «σκεύη οργής εις απώλειαν, -και σκεύη ελέους» (Ρωμ. 9, 22 23);

Εκεί, όμως, ένθα ο κ. Ζ. φέρει εις λογικόν «αδιέξοδον» τόσον τον Θεόν, όσον και την ορθόδοξον θεολογίαν, είναι η περί προπατορικής αμαρτίας διδασκαλία. Εάν ισχύει το αγιογραφικόν: «Δια τούτο, ώσπερ δι' ενός άνθρωπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο Θάνατος διήλθεν, εφ' ω πάντες ήμαρτον» (Ρωμ. 5, 12), εάν ισχύει, λοιπόν, το αγιογραφικόν τούτο χωρίον, ότι, εξ αίτιας ενός ανθρώπου, δηλ. τον Αδάμ, «εισήλθον» η αμαρτία και ο θάνατος «εις πάντας ανθρώπους», τότε, κατά την θεολογιαν του κ. Ζ., ο Θεός είναι άδικος και παράλογος! Αναφέρει: «θα ήταν πολύ σκληρό και παράλογο εκ μέρους του Δημιουργού να τιμωρήσει όλα τα δημιουργήματα για ο,τι έκανε ένα απ' αυτά»(118)!

«Μενούνγε, ω άνθρωπε, συ τις ει ο ανταποκρινόμενος τω Θεώ; Μη έρει το πλάσμα τω Πλάσαντι, τι με εποίησας ούτως» (Ρωμ. 9, 20); Σεις, κ. Ζ., δεν χρησιμοποιείτε εις άλλην εργασίαν Σας το χωρίον: «ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω» (Ρωμ. 9, 15), δια να προσθέσετε εν συνεχεία, ότι «ο Θεός της Βίβλου... δεν δίνει λογαριασμό σε καμιά Λογική ή Ηθική»; -Πως, λοιπόν, ενταύθα εγκαλείτε τον Δημιουργόν, ότι «θα ήταν πολύ σκληρό και παράλογο εκ μέρους Τον», εάν δεν θα έπραττεν εκείνο, που Σεις κρίνετε ως «δίκαιον» και ως «λογικόν»; Εθεολόγησεν, άραγε, ποτέ ορθόδοξος θεολόγος κατά παρόμοιον τρόπον; Αν δέν απατώμαι, εις «την "ύβριν", με την οποία οι αρχαίοι Έλληνες δήλωναν ότι ο άνθρωπος "πέφτει", δηλαδή αμαρτάνει και τιμωρείται κάθε φορά πού υπερβαίνει τα όριά του και προσπαθεί να γίνει θεός», βλέπετε, κ. Ζ., κάποιο «λάθος σε μια τέτοια ερμηνεία της πτώσεως»(108). Το «αγαθόν», λοιπόν, θα πρέπει να είναι, -και είναι-, καθ' Υμάς, η «ύβρις», ήτοι το να θέλει να γίνει κανείς «θεός» δια των ιδίων αυτού δυνάμεων. Τα σχετικά κατωτέρω!


http://www.egolpion.com/logikes_antifaseis.el.aspx




ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡ.ΖΗΖΙΟΥΛΑ: «...δεν υπάρχει... υπερφυσικό»
Εν προκειμένω δε προβάλλει ούτος τας επί της Ψυχολογίας και της Ψυχαναλύσεως γνώσεις του, υιοθετών ανοποδείκτους θεωρίας...

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ! 
Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡ.ΖΗΖΙΟΥΛΑ: «...για μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας»
Ο κ. Ζηζιούλας ανάγει την αρχήν και προέλευσιν της θείας Ευχαριστίας εις εκτός του Χριστιανισμού πνευματικά ρεύματα,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου